Η κακοποίηση των κούρδων μέσα από την ποίηση θέμα που ανέδειξε ο Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί από τη Στυμφαλία

Στην 3η Διεθνής Συνάντηση Ποιητών και Ποιητριών, που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας, βρέθηκε ο Κούρδος συγγραφέας – δημοσιογράφος, Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί, όπου και μίλησε με θέμα την κακοποίηση.
«Συναντήσαμε εδώ πολλούς αξιόλογους ποιητές για δύο ημέρες και ακούσαμε τα ποιήματά τους. Είναι ένας τρόπος έκφρασης συναισθημάτων και αφήγησης θετικών ή αρνητικών γεγονότων που βιώθηκαν» σχολίασε ο ίδιος για την συμμετοχή του στην εκδήλωση. Τα ποιήματα, συνέχισε, «είναι συναίσθημα, αναζήτηση, προβληματισμός, πρόταση, καταγραφή… Είναι η ζωή. Έτσι είναι και τα κουρδικά ποιήματα».
Αναφέρθηκε όμως και στην ζωή των Κούρδων, «πολύ δύσκολη, κυνηγημένη, απόλυτα κακοποιημένη, κι αυτό κάνει τα ποιήματα των Κούρδων πιο σκληρά αφηγηματικά» ανέφερε, παρατηρώντας πως αν αυτά μετρηθούν, «θα βρούμε πως εκείνα που είναι χαραγμένα από τον πόνο και την απώλεια, τον θρήνο και το αίμα, θα βάραιναν περισσότερο στη ζυγαριά».
Ο Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή, θέλησε να δείξει πως αυτή η ζωή δεν ήταν πάντα έτσι. «Όπως γνωρίζετε, το Κουρδιστάν, βρίσκεται διαμελισμένο και υπό κατοχή για περισσότερο από έναν αιώνα και αγωνίζεται για την ανεξαρτησία του. Το τίμημα των αγώνων απελευθέρωσης και ανεξαρτησίας από αυτή τη σύγχρονη αποικιοκρατία είναι βαρύ. Έχει θάνατο, οδύνη και ορφάνια» ανέφερε, για να αναρωτηθεί: «Με πόσο αίμα αποκτιέται η ελευθερία;».
Παρατήρησε πως η εικόνα που υπάρχει για τους Κούρδους, από τα αρχαία χρόνια, «είναι πως πρόκειται για δεινούς καβαλάρηδες και ατρόμητους πολεμιστές». Αλλά, συνέχισε, «δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ποιητές γιατί αγάπησαν πολύ τη γη τους, είναι μελωδοί επειδή μίλησαν με τα πουλιά, είναι ιστορικοί γιατί κατέγραψαν στα δάκρυα τις απώλειές τους…».
Στίχοι κουρδικοί σε μια ταφόπλακα
Στο σημείο αυτό, ο Κούρδος ομιλητής μίλησε για την ποίηση… Ανέφερε πως το παλαιότερο γνωστό κουρδικό ποίημα, που έθεσε τα θεμέλια της κουρδικής ποίησης, χρονολογείται από τον 4ο αιώνα π.Χ. «Βρετανοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν την περιοχή Hawraman του ιρανικού Κουρδιστάν τον 19ο αιώνα και πάνω σε μια ταφόπλακα βρήκαν χαραγμένους κουρδικούς στίχους» σημείωσε ο Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί. Λέγεται πως είναι του πρώτου γνωστού Κούρδου ποιητή Borazboz, γράφτηκε το 330 π.Χ. και στην κουρδική διάλεκτο κουρμαντζί. «Σε μεγάλο βαθμό είναι κατανοητοί οι στίχοι του, γεγονός που δείχνει τη συνέχεια και την αντίσταση της κουρδικής γλώσσας, παρά τις απαγορεύσεις και τον αποκλεισμός της από τα σχολεία – και όχι μόνο» διέκοψε στην ομιλία του, διαβάζοντας τους στίχους:
Μακάρι να ήμασταν μαζί / Μακάρι να είχαμε ανεβεί μαζί.
Μου λείπουν οι μέρες που περάσαμε μαζί
Ειδικά όταν φεύγαμε το πρωί
Πηγαίναμε μαζί στα βουνά και τριγυρνούσαμε.
Τραγουδούσαμε μαζί τα τραγούδια μας
Έμαθα από το πνεύμα εκείνων των βουνών
Να το πω από καρδιάς, από καρδιάς, με ειλικρίνεια
Στα βουνά, στα χωράφια και στις ερήμους
Ω Θεέ μου, η βοήθεια έρχεται από το χέρι της αγάπης.
Ακριβώς όταν γίναμε και οι δυο μια καρδιά
Ήρθε το φθινόπωρο και μας χώρισε, έτσι
Η αγάπη έχει νόημα μόνο όταν είμαστε μαζί
Ή φώναξε και βγάλε έναν ήχο ή πήγαινε για ύπνο.

Οι σκληρές στιγμές και η ποίηση
«Κοντά 2.400 πριν! Με το πέρασμα των χρόνων όμως ήρθαν σκληρές στιγμές για το Κουρδιστάν, άρα και η ποίηση είχε άλλες «εικόνες», άλλα πάθη… Που ανέλαβε να τα εξιστορήσει ο λαϊκός, πολλές φορές άγνωστος, ποιητής» συνέχισε την ομιλία του ο Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί. « Όπως έγινε άλλωστε και εδώ στην Ελλάδα» παρατήρησε, παρουσιάζοντας παράδειγμα, για να αναδείξει πόσο οι συγκυρίες ενώνουν τους λαούς και τα βιώματά τους. ανέφερε λοιπόν ο ποιητής – δημοσιογράφος: «Διαβάζοντας την Ιστορία της Ελλάδας και γνωρίζοντας την κουρδική ιστορία σαν την παλάμη μου, πολλές φορές σκέφτηκα τα όσα ενώνουν αυτούς τους δύο λαούς. Το γράφω άλλωστε και στο βιβλίο μου «Τα παιδιά του Αραράτ».
«Την εξέγερση του Αραράτ 1926-33 ακολούθησε η γενοκτονία στην κοιλάδα του Ζιλάν. 47.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Τότε, πολλές Κούρδισσες, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων, ανέβηκαν πάνω στα βράχια του βουνού και, τραγουδώντας και χορεύοντας, μία μία έπεφταν στον γκρεμό».
Καταλαβαίνετε; Οι γυναίκες δύο λαών, Κούρδισσες και Σουλιώτισσες, πηδούν χορεύοντας στον θάνατο για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού! Οι Έλληνες έβαλαν τις γυναίκες του Σουλίου στα δημοτικά τραγούδια. Οι Κούρδοι έγραψαν γι’ αυτές μοιρολόγια – αυτά είναι η προφορική Ιστορία του κουρδικού λαού, που διαδίδεται από στόμα σε στόμα μέσα στα χρόνια. Μία από τις συνήθειες του κουρδικού λαού, τα παλιά χρόνια, ήταν να μαζεύεται το βράδυ η οικογένεια κοντά στο τζάκι ή στο χαγιάτι και να αφηγούνται, να «τραγουδούν» οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουν τα παιδιά. Γραμματιζούμενοι κι αγράμματοι, όλοι με την κοινή αγάπη για την πατρίδα. Κάτι σαν προσευχή… Κι έτσι διαμορφώνεται η εθνική τους συνείδηση. Θα ήθελα να σας διηγηθώ εν συντομία ένα μοιρολόι. Την ιστορία του.
Το 1934 η τουρκική κυβέρνηση με τον νόμο 2510 περί υποχρεωτικού εποικισμού άρχισε να αδειάζει τα εδάφη μας που συνόρευαν με τη Ρωσία, το Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία. Πίστευαν πως έτσι θα δημιουργούσαν μια ζώνη ασφάλειας, θα μας απομόνωναν και θα έπνιγαν κάθε αντίστασή μας.
Οι Κούρδοι πατριώτες ποτέ δεν αποδέχτηκαν τους τουρκικούς νόμους και ακολούθησε μια σκληρή δεκαετία με εξεγέρσεις.
Σε μία από αυτές υπήρξε προδότης. Κάποιος Κούρδος, συμβιβασμένος με την τουρκική εξουσία, για να γίνει αρεστός πρόδωσε τα σχέδια για εξέγερση και συνελήφθησαν σαράντα άτομα στην κωμόπολη της Βαν, το Οζάλπ, με την κατηγορία για λαθρεμπόριο.
Το δικαστήριο καταδίκασε σε φυλάκιση τους πέντε, οι άλλοι αφέθηκαν ελεύθεροι. Όμως οι αρχές της πόλης δεν ήθελαν κανέναν Κούρδο ελεύθερο, και παρά την αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου συνέλαβαν πάλι τους 35, ανάμεσά τους και μία γυναίκα.
Ένας στρατηγός διέταξε να μην ασχοληθούν μαζί της κι έτσι συνελήφθησαν 34. Όλοι ήταν απλοί χωρικοί που προσπαθούσαν να ζήσουν τις οικογένειές τους, εκτός από δυο παλληκάρια που ήταν φαντάροι στον τουρκικό στρατό.
Στις 30 Iουλίου του 1943 στήθηκε το σκηνικό. Ο στρατός τούς συνέλαβε, τους έδεσε πισθάγκωνα και τους οδήγησε στα σύνορα, στην περιοχή της Βαν, στο σημείο που υπάρχει ένα πέρασμα για το Κουρδισταν του Ιράν.
Τους έλυσαν, τους είπαν να γυρίσουν την πλάτη, σαν να ήθελαν να περάσουν τα σύνορα, και να προχωρήσουν.
Τους εκτέλεσαν. Ένας από αυτούς, ο Ιμπραχίμ Οζάιγ, έπεσε βαριά τραυματισμένος και πάνω του έπεσε το άψυχο κορμί ενός συγχωριανού του. Οι εκτελεστές είδαν ότι κανείς δεν σάλευε και φύγανε, οι φονιάδες. Ο Ιμπραχίμ μετά από ώρα τα κατάφερε να συρθεί και, βάφοντας το πέρασμα με το αίμα του, να βρεθεί στην άλλη πλευρά.
Το συμβάν δημοσιεύτηκε στον τουρκικό Τύπο. Ήταν, λέει, σύγκρουση κατσαχτσήδων (λαθρέμπορων) με τον τουρκικό στρατό. Η στρατιωτική εξουσία έκανε το χρέος της απέναντι στους παράνομους και ανυπάκουους Κούρδους. Άρα όλα ήταν νόμιμα…
Η υπόθεση κουκουλώθηκε. Κανείς από τους σκηνοθέτες δεν αναρωτήθηκε τι έγινε ο τριακοστός τέταρτος. Πέρασε κοντά ένας χρόνος μέχρι να καταφέρει ο Ιμπραχίμ Οζάιγ να στείλει ένα γράμμα στον αδερφό του, που ήταν ένας από τους πέντε που είχαν φυλακιστεί. Μ’ αυτό το γράμμα έγινε γνωστή η δολοφονία των τριάντα τριών.
Αυτήν την ιστορία έκανε ποίημα ο σπουδαίος Αχμέτ Αρίφ, με τίτλο «Τριάντα τρεις σφαίρες».
Να λοιπόν ποιες άλλες είναι οι πηγές των Κούρδων ποιητών και ποιητριών. Όλοι λαχταρούν γι’ αυτήν την πατρίδα, να τη δουν ελεύθερη και ανεξάρτητη. Είναι κι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίησή τους: η αποφασιστικότητα του κουρδικού λαού να επιβιώσει μέσα σε συνθήκες τρομακτικής και εξοντωτικής καταδίωξης. Θα έλεγα πως είναι ποιήματα «γυμνά», παθιασμένα, ζωντανά και αποκαλυπτικά.
Πολλοί λένε πως το ποίημα μιας γλώσσας όταν μεταφράζεται σε μία άλλη χάνει ένα κομμάτι της ομορφιάς του. Μπορεί να είναι έτσι, αλλά τότε δεν θα μαθαίναμε για άλλους σπουδαίους ποιητές ή συγγραφείς που μεγαλουργούν έξω από τα πλαίσια της δικής μας γλώσσας. Ο Κούντερα είχε πει σε ένα συνέδριο στην Τσεχία, στα μέσα του 1960, θαρρώ, ότι οι Τσέχοι χρωστάνε ένα μεγάλο ευχαριστώ στους μεταφραστές επειδή άνοιξαν τα λογοτεχνικά σύνορα για να μπει φως στην Τσεχία. Εγώ μεταφράζω κουρδική ποίηση. Καμιά φορά με πνίγει το συναίσθημα, άλλες λέω πως δεν θα τα καταφέρω, αλλά προχωρώ, επειδή η κουρδική ποίηση είναι πάνω απ’ όλα βίωμα, και δικό μου».
«Τριάντα τρεις σφαίρες»
Αυτό το βουνό είναι το βουνό του Μεγκενέ
Όταν απλώνεται το πρώτο φως της αυγής στη Βαν
Αυτό το βουνό είναι παιδί του Νεμρούτ
Όταν απλώνεται το πρώτο φως της αυγής απέναντι
στο Νεμρούτ
Η μια του πλευρά, με στοίβες το χιόνι, ο ορίζοντας
του Καυκάσου
Η άλλη του πλευρά, πλουμιστό χαλί, στα χέρια
του Πέρση
Στις κορυφές του τσαμπιά οι πάγοι
Στα κεφαλόβρυσα φυγάδες αγριοπερίστερα
Και αγέλες ζαρκαδιών
Κοπάδι οι πέρδικες…
Τη γενναιοψυχία δεν μπορεί να αρνηθεί
Σ’ αγώνα σώμα με σώμα. Σε μονομαχία ποτέ δεν
ηττήθηκαν
Εδώ και χιλιάδες χρόνια τα παιδιά αυτού του τόπου
Έλα, πώς να δώσουμε την είδηση;
Αυτό δεν είναι σμήνος γερανών
Δεν είναι αστερισμοί στον ουρανό
Μα μια καρδιά με τριάντα τρεις σφαίρες
Τριάντα τρεις ανάβρες αίμα
Δεν χύνονται
Έχουν σχηματίσει λίμνη σ’ αυτό το βουνό…
Στο κάτω μέρος της ανηφοριάς πετάχτηκε ένας λαγός
Η ράχη του καστανό και γκρίζο
Η κοιλιά του κάτασπρη, λευκή σαν γάλα
Ένας λαγός βουνήσιος. Με δυο ψυχές, ο δόλιος
Έτσι, με την ψυχή στο στόμα, ο καημένος
Ξυπνάει του ανθρώπου τη μεταμέλεια
Ήσυχοι ήταν, ήσυχοι ήταν οι καιροί
Ήταν δίχως ψεγάδι, ολόγυμνη η πρωινή αυγή.
Κοίταξε ένας από τους τριάντα τρεις
Στο στομάχι του αίσθημα βαρύ το κενό της πείνας
Μαλλιά, γένια μια παλάμη
Ψείρα στο γιακά του
Κοίταξε τα χέρια του. Χτυπημένα
Ένας αντρειωμένος με καρδιά κόλαση
Μια το δόλιο το λαγό
Μια πίσω του.
Ήρθε στο νου του το χαϊδεμένο του φιλίντα*
Αράθυμο κάτω από το μαξιλάρι του
Πήγε ο νους του στο πουλάρι
Που είχε φέρει απ’ τον κάμπο του Χάρου
Η χαίτη του με μπλε χάντρες
Έπεφτε στο κούτελό του
Οι τρεις φτέρνες του άσπρες
Έτρεχε καλπάζοντας ακούραστο, γοργοπόδαρο
Κόκκινη φοράδα σεγκλαβί*
Πώς πετούσαν ίσια στο Χόζατ!**
Τώρα έτσι, χωρίς ελπίδα και δεμένος
Έτσι, με μια κρύα κάννη στην πλάτη του
Αν αυτή δεν υπήρχε
Θα μπορούσε να καταφύγει εκεί ψηλά
Αυτά τα βουνά, τ’ αδέρφια τα βουνά, ξέρει τι αξίζουν
Με τη βοήθεια του Θεού
Aυτά τα χέρια δεν θα ντροπιάσουν τον άνθρωπο
Την καύτρα του τσιγάρου που καίγεται
Τη γλώσσα της οχιάς
Που σαν δικράνι σπιθίζει στον ήλιο
Με την πρώτη βολή τινάζουν στον αέρα
Tα χέρια του μάστορα…
Αυτά τα μάτια ούτε μια φορά δεν πέσανε στη φάκα
Tης καταστροφής των περασμάτων που περιμένουν
Της χιονισμένης, ύπουλης προδοσίας
Των γκρεμών
Τα μάτια του το ξέραν από πριν…
Δεν υπήρχε ελπίδα
Θα τον χτυπούσαν
Η διαταγή ήταν σαφής
Τα μάτια του τώρα πια θα τα ’τρωγαν σκουλήκια
Την καρδιά του τ’ αρπαχτικά…
Με χτύπησαν
Σ’ ένα ήσυχο πέρασμα των βουνών
Την ώρα της πρωινής προσευχής
Κείτομαι
Ματωμένος, ανάσκελα…
Είμαι χτυπημένος
Το ονειροπόλημά μου πιο σκοτεινό από τις νύχτες
Κανείς δεν το ερμηνεύει για καλό
Παίρνουνε την ψυχή μου πριν την ώρα της
Δεν μπορώ να το χωρέσω στα βιβλία
Το ’χει διατάξει με κωδικό ένας πασάς
Με χτύπησαν δίχως ανάκριση, δίχως δίκη.
Κιρβέ μου,* έτσι ακριβώς να γράψεις την ιστορία μου
Ίσως να τη νομίσουν παραμύθι
Δεν είναι τριανταφυλλένια στήθια
Σφαίρα ντουμ-ντουμ**
Έσκασε… Κομμάτιασε το στόμα μου…
Εκτελέστηκε η διαταγή θανάτου
Στη γαλανή ομίχλη του βουνού
Kαι το μισοκοιμισμένο αγέρι της αυγής
Bάψανε με αίμα
Μετά σ’ εκείνο το σημείο σταύρωσαν τα όπλα τους
Τους κόρφους μας ψηλάφισαν μεθοδικά
Όλα τα έκαναν φύλλο και φτερό
Πήρανε το άσπρο μου ζωνάρι, το κεντημένο
στο Κιρμανσάχ*
Το κομπολόι μου, την ταμπακέρα μου και φύγανε
Και ήτανε όλα δώρα από το Ατζέμελι…**
Κιρβέ, αδέρφια είμαστε, είμαστε δεμένοι με αίμα
Σ’ αντικριστά χωριά, οικογένειες νομάδες
Που για εκατοντάδες χρόνια έχουμε δώσει και πάρει
κοπέλες
Γείτονες ήμασταν, δίπλα δίπλα
Μπερδεύονταν οι κότες μας
Δεν είναι που δεν το ξέρουμε
Από τη φτώχια
Μέσα μας δεν έχει ζεσταθεί το διαβατήριο
Αυτό είναι το έγκλημά μας, η αιτία που μας
αποδεκατίζουν
Το άλλο μας όνομα πια, είναι συμμορίτης
Κατσαχτσής
Ληστής
Προδότης…
Κιρβέ μου, έτσι ακριβώς να γράψεις την ιστορία μου
Ίσως να τη νομίσουν παραμύθι
Δεν είναι τριανταφυλλένια στήθια
Σφαίρα ντουμ-ντουμ
Έσκασε… Kομμάτιασε το στόμα μου…
Χτυπήστε, ρε
Χτυπήστε
Εύκολα δεν πεθαίνω εγώ
Χόβολη έχω στο τζάκι
Έχω πολλά να πω
Για όποιον μπορεί να καταλάβει
Ο πατέρας μου τα μάτια του έδωσε στο μέτωπο της
Ούρφα
Και τα τρία του αδέρφια
Τρία κυπαρίσσια καμαρωτά
Δεν είχαν χορτάσει τη ζωή, τρεις βράχοι των βουνών
Στους πύργους, στους λόφους, στους μιναρέδες
Κιρβέ, συγγενή μου, ήταν παιδιά των βουνών
Όταν αντιστέκονταν στη γαλλική πολιορκία.
Μόλις είχε βγάλει μουστάκια
Ο μικρός μου θείος ο Ναζίφ
Ωραίος
Λεπτός
Καλός καβαλάρης
Χτυπήστε, αδέρφια, είπε
Είναι μέρα τιμής
Και όρθωσε το άλογό του.
Κιρβέ μου, έτσι ακριβώς να γράψεις την ιστορία μου
Ίσως να τη νομίσουν παραμύθι
Δεν είναι τριανταφυλλένια στήθια
Σφαίρα ντουμ-ντουμ
Έσκασε… Kομμάτιασε το στόμα μου…








